Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

ΟΡΥΧΕΙΑ: ΟΤΑΝ Η ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ ΞΕΡΙΖΩΝΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ

Γράφει ο Μάρκος Ζώρζος

Φίλοι μου,Η αλήθεια είναι, ότι η Σαντορίνη πάντοτε ήταν ένα νησί φημισμένο και γνωστό παγκοσμίως για τα προϊόντα του, τον πολιτισμό του, την μοναδική «άγρια» ομορφιά του αλλά και για ένα ακόμα σπουδαίο υλικό, την «θηραϊκή γη».
Ένα ορυκτό πραγματικά μοναδικό, όχι μόνον γιατί τα προϊόντα που
παράγονται σ αυτό το χώμα (κρασί, φάβα, ντοματάκι κλπ) είναι εξαιρετικά , αλλά και για το ίδιο το χώμα που είναι γνωστό ως «θηραϊκή γη». Οι πολλές εφαρμογές του σε οικοδομικές χρήσεις αλλά και σε μεγάλα έργα το κατέστησαν περιζήτητο ακόμα και σήμερα παρόλο που έχει απαγορευτεί η εξόρυξη του.
Τι γνωρίζουμε όμως για την «θηραϊκή γη» και τα ορυχεία εξόρυξης ή όπως αλλιώς τα ονόμαζαν οι ντόπιοι τις «μπαλάδες», που βρίσκονται στο χείλος της καλντέρας του νησιού μας;

Η Σαντορίνη είναι γέννημα πολλαπλών ηφαιστειακών εκρήξεων, με τελευταία μεγάλη έκρηξη περίπου το 1600 π.Χ. . Η έκρηξη αυτή προκάλεσε την βύθιση ενός μεγάλου μέρους του νησιού δημιουργώντας μια τεράστια καλντέρα που στην μέση υπάρχουν τα δυο ηφαίστεια η Παλαιά και νέα Καμένη. Παράλληλα διαίρεσε το νησί, στην γνωστή μας Θηρασιά και ένα ακόμα μικρότερο το Ασπρονήσι. Η έκρηξη ήταν αιτία της καταστροφής, ενός πολύ σπουδαίου πολιτισμού που είχε αναπτυχτεί την εποχή εκείνη, θάβοντας τον κάτω από εκατομμύρια τόνους λάβας και στάχτης.
Η Σαντορίνη ήταν πάντοτε ηφαιστιογενές νησί, αυτό μπορεί εύκολα να το διακρίνει κανείς κοιτώντας από την πλευρά της καλντέρας τις διάφορες στρωματώσεις των πετρωμάτων, που προέρχονται από τις εκρήξεις πέραν των 200.000 ετών. Κάθε μια από αυτές τις λαβες με τα πολλά και διάφορα χρώματα, είναι το αποτέλεσμα των εκρήξεων του ηφαιστείου. Στο πάνω μέρος των στρωμάτων, είναι ένα λευκό στρώμα λάβας, αυτό που όλοι ξέρουμε ως «θηραϊκή γη» ή όπως εμείς οι ντόπιοι ονομάζουμε «άσπα», και είναι το αποτέλεσμα της τελευταίας μεγάλης έκρηξης. Με αυτό το είδος θηραϊκής γης είναι καλυμμένο όλο το νησί εκτός από τον Προφήτη Ηλία και ορισμένα σημεία μεταξύ Ημεροβιγλίου – Οίας. Το πάχος αυτού του στρώματος ανάλογα το σημείο στο νησί είναι από 30-80 μέτρα. Σ αυτό το στρώμα με την «άσπα» (χώμα λευκό πολύ σύμπαγες και σκληρό) είναι σκαμμένα τα γνωστά «υπόσκαφα σπίτια» της Σαντορίνης.
Ήταν γνωστό στους κατοίκους ότι η «άσπα» με την προσθήκη ασβέστη γινόταν ένα κονίαμα πολύ σκληρό ιδιαίτερα σε συνθήκες μεγάλης υγρασίας. Έτσι λοιπόν επειδή τίποτα δεν πήγαινε χαμένο με την εξόρυξη για την κατασκευή του υπόσκαφου το χώμα το αναμίγνυαν με ασβέστη και με το υλικό αυτό (λάσπη) κατασκεύαζαν ότι άλλο ήταν αναγκαίο στο σπίτι. Κατασκευές από την «άσπα» και τον ασβέστη ήταν, το πάτωμα στο υπόσκαφο (πολλές φορές χρησιμοποιούσαν χρώμα και αφού το δούλευαν πολύ ώρα γινόταν το γνωστό «πατητό»), τους τοίχους και το ταβάνι του σπιτιού, τις «αλητάνες» (μικρά παρτέρια υπερυψωμένα μέσα στην αυλή), το μάντρωμα ή ότι άλλη υπέργεια κατασκευή τους ήταν απαραίτητη αλλά και υπόγεια όπως την «στέρνα» (υπόγεια δεξαμενή νερού). Άλλη σημαντική χρήση της «άσπα» λόγο της πλαστικότητας της αλλά και της αντοχής της ήταν για την κατασκευή της στέγης που αφού καλούπωναν την στέγη του σπιτιού σε θολωτό σχήμα ή «σταυροθώλι» όπως το έλεγαν, στοίβαζαν πέτρες και ανάμεσα τους έριχναν την ρευστή λάσπη από «άσπα». Για να ολοκληρώσουν την κατασκευή της ταράτσας προκειμένου να είναι ελαφριά αλλά, ζεστή τον χειμώνα, δροσερή το καλοκαίρι, συμπλήρωναν ελαφρόπετρα. Άλλες σημαντικές οικοδομικές εργασίες ήταν τα πατητά στα αρχοντικά του νησιού που μοιάζουν με μάρμαρο. Η «άσπα» σε συνδυασμό με τον ασβέστη γινόταν ακόμα πιο σκληρή μέσα στο νερό.
Αυτά όλα ήταν γνωστά στους κατοίκους του νησιού μας από πολύ παλιά και όπως είναι φυσικό δεν θα αργούσε να γίνει γνωστό σε άλλους εκτός νησιού. Είναι γεγονός ότι θηραϊκή γη χρησιμοποιήθηκε στην διώρυγα του Σουέζ αλλά και στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Όλα αυτά είχαν σαν συνέπεια να ξεκινήσει η ζήτηση σε μεγάλες ποσότητες «θηραϊκής γης». Η εξόρυξη της «θηραϊκής γης» δεν γινόταν μόνον από τα ορυχεία που είναι κοντά στα Φηρά, ορυχεία υπήρχαν στην Θηρασιά, στην Οία, στο Μεγαλοχώρι. Στα Φηρά υπήρχε και σώζεται ως σήμερα και το μοναδικό εργοστάσιο παραγωγής και συσκευασίας «θηραϊκής γης» σε σάκους των 50 κιλών. Το εργοστάσιο αυτό άρχισε να λειτουργεί περίπου το 1928-1930. Λειτουργούσε με πετρελαιομηχανή για τα κόσκινα που χώριζαν το υλικό σε 3 τουλάχιστον μεγέθη, στην συνέχεια το προωθούσαν στο καμίνι για την αφαίρεση της υγρασίας (η ξήρανση του υλικού γινόταν με Κοκ), συσκευαζόταν αποθηκεύονταν και ήταν έτοιμο για εξαγωγή. Στο εργοστάσιο εργάζονταν τουλάχιστον 50 με 60 εργάτες.

Ας σημειώσουμε ότι την εποχή εκείνη (1930-1932) η Σαντορίνη είχε έσοδα από το κρασί που εξήγαγε περίπου 20,000,000 δραχμές από τον τοματοπολτό 10.000.000 δραχμές και περίπου 10.000.000 από την «θηραϊκή γη».
Σήμερα το εργοστάσιο αυτό στέκετε στην άκρη της καλντέρας θωρώντας και αγναντεύοντας το πέλαγος πότε θα ρθει το βαποράκι για να φορτώσει και από την άλλη τους εργάτες να σκάψουν τα σπλάχνα της Σαντορίνης. Σίγουρα όμως δεν περιμένει να αξιοποιηθεί από κανέναν έως να ότου έρθει το τέλος του, αφού έχει μείνει έρημο και ασυντήρητο, σύντομα το τέλος του δεν θα αργήσει. Άραγε δεν θα μπορούσε να είναι ένα μουσείο που θα παρουσιάζει όλον αυτόν τον γεωλογικό πλούτο του νησιού μας;
Ας δούμε όμως και τον τρόπο εξόρυξης της «θηραϊκής γης» στο πέρασμα αυτών των χρόνων .
Συστηματικά η εκμετάλλευση της «θηραϊκής γης» ξεκίνησε στα μέσα του προ προηγούμενου αιώνα και κράτησε μέχρι το τέλος του 1990. Σε όλη αυτή την διάρκεια των 140 χρόνων περίπου η «θηραϊκή γη» αποτελούσε σοβαρό οικονομικό εισόδημα για τους κατοίκους ιδιαίτερα πριν την τουριστική ανάπτυξη του νησιού. Η ζήτηση για εργασία ήταν μεγάλη και συνεχής.

Το προϊόν αρχικά και για αρκετές δεκαετίες οι κάτοικοι των μάζευαν από τα χωράφια τους, όταν αυτά είχαν καλής ποιότητας προϊόν. Η νομοθεσία τότε θεωρούσε την «θηραϊκή γη» ως λατομικό προϊόν και τους επέτρεπε να το εκμεταλλεύονται σε βάθος, αφού ο ιδιοκτήτης γης ήταν και ιδιοκτήτης του υπεδάφους του. Για την εξόρυξη δυο ήταν τα βασικά εργαλεία «το πελέκι» είδος γκασμά με μια ατσάλινη αιχμηρή μύτη για να μπορεί να εισχωρεί στο χώμα, εργαλείο που το κατασκεύαζαν κατά παραγγελία οι «γύφτοι» σιδεράδες της εποχής και το φτυάρι. Για την μεταφορά στο λιμάνι χρησιμοποιούσαν «κόφες» καλάθια πλεκτά από λυγαριά και καλάμι ειδικά για αυτή την μεταφορά ή σακιά και τα ζώα τους. Η εκμετάλλευση αυτή της «θηραϊκής γης» κάθε χρόνο πήγαινε και καλλίτερα με αποτέλεσμα να συνενώνονται όμορα κτήματα με σκοπό την μεγαλύτερη και καλλίτερη εκμετάλλευση του προϊόντος.


ΟΙ ΣΤΟΕΣ

Αυτό ήταν και το τέλος αυτής της περιόδου όπου πλέον στο νησί μεγάλοι επιχειρηματίες αγοράζουν μαζικά όμορα χωράφια κατάλληλα για ευκολότερη εξόρυξη. Τα σημεία που επιλέγουν, όπως το Αμμούδι της Οίας (μια από τις σκάλες φόρτωσης είναι ο σημερινός μόλος στο λιμανάκι), η Θηρασιά, τα Φηρά, το Μεγαλοχώρι και το σημερινό λιμάνι Αθηνιός, δεν ήταν τυχαία. Το πολύ υλικό των περιοχών η άμεση πρόσβαση για φόρτωση στα βαποράκια και η ευκολία που παρείχε η καλντέρα για να δημιουργηθεί φυσικός τρόπος κύλισης του υλικού «κατασουράδα» το έλεγαν οι ντόπιοι ήταν ότι καλλίτερο πρακτικά αλλά και οικονομικά για τους επιχειρηματίες.
Η μέθοδος που ακολουθούσαν για την εξόρυξη, ήταν ίδια μ αυτήν που οι ντόπιοι γνώριζαν αρκετά χρόνια πριν, δηλαδή η υπονόμευση με πολλές παράλληλες στοές στην «κοψιά» (έτσι ονόμαζαν τον όγκο χώματος) που επέλεγαν προκειμένου αφού πέσει αυτό το χώμα να το επεξεργαστούν αναλόγως. Η ποσότητα του χώματος κάθε φορά ήταν μεταξύ 20 -70 χιλιάδων κιβ μέτρων ανάλογα με τις διαστάσεις του όγκου τμήματος και αρκετό για να έχουν δουλειά για 5-6 μήνες. Η υπονόμευση του χώματος γινόταν με τον εξής τρόπο, επέλεγαν το σημείο και άνοιγαν περίπου 10-15 παράλληλες στοές. Η απόσταση από το κέντρο της κάθε μιας ήταν περίπου 5 μέτρα. Το πλάτος της στοας 1,20 έως 1,50 μέτρα και το ύψος 1,80 έως 2,50 μέτρα, άφηναν δηλαδή μια κολώνα χώματος κατά μήκος περίπου 3,50 μέτρα μεταξύ τους. Το βάθος ήταν από 10 έως 20 μέτρα , ανάλογα κάθε φορά από το ύψος χώματος που υπήρχε πάνω από τις στοές που μπορεί να ήταν από 30 έως 70 μέτρα. Στο τέλος της στοάς άνοιγαν και ένωναν όλες τις στοές με μια πλάτους περίπου 4 έως 4,50 μέτρων και ύψους περίπου 3 μέτρων. Στη συνέχεια ξεκινούσαν από μέσα προς τα έξω και μείωναν κατά μήκος την κολώνα χώματος των τριάμισι μέτρων σταδιακά σε δυο φάσεις ένα μέτρο την πρώτη φορά και ένα μέτρο την δεύτερη, ώστε να μείνει περίπου στο 1,50 μέτρο. Όλη την διαδικασία επέβλεπε ένας έμπειρος εργάτης παρακολουθώντας την ωρίμανση του συνόλου των στοών συμπεραίνοντας από την πτώση ελαφρόπετρας, τις ρωγμές, τους τυχόν θορύβους και βέβαια από τις ψιχάλες σκόνης που προκαλούσε το βάρος. Όταν οι στοές ήταν έτοιμες να καταρρεύσουν τότε φώναζε δυνατά «βάρδα-βάρδα» για να απομακρυνθούν όλοι. Στην κάθε στοά δούλευαν 14 εργάτες που πάντα 6 δούλευαν με το «πελέκι» για την εξόρυξη, 2 φόρτωναν τα κοφίνια με το πέτρωμα, 4 κουβαλούσαν το πέτρωμα στην έξοδο και φόρτωναν τα βαγόνια που είχαν χωρητικότητα 1 κιβ. μέτρου και δυο έσπρωχναν με τα χέρια τα βαγόνια στις σιδηροτροχιές για να τα αδειάζουν στον χώρο αποθήκευσης. Η παραπάνω ομάδα εργαζομένων ονομαζόταν «ομοχειρία ή πόστα».

Ο τρόπος αυτός εξόρυξης απαγορεύτηκε το 1967 λόγο επικινδυνότητας. Η αλήθεια είναι ότι σε όλο αυτό το διάστημα υπήρχαν περιπτώσεις εγκλωβισμού εργατών στις στοές όμως ελάχιστες με μικροτραυματισμούς, ελάχιστοι ήταν και οι θάνατοι σε αναλογία επικινδυνότητας επαγγέλματος. Στα 140 περίπου αυτά χρόνια σημειώθηκαν μόλις 6 θανατηφόρα περιστατικά.
Μεταφορά της θηραϊκής γης στο πλοίο φόρτωσης.
Η μεταφορά της θηραϊκής γης από τα ορυχεία του νησιού γινόταν με πλοία «φορτηγά», όπως τα έλεγαν. Πλοία με αμπάρια κενά, κατάλληλα για φόρτωση ορυκτών. Το «βαποράκι», έτσι το έλεγαν, ερχόταν μια ή και δυο φορές την εβδομάδα, προσέγγιζε την σκάλα και η θηραϊκή γη φορτωνόταν στο αμπάρι με μηχανική ταινία φόρτωσης από το σιλό, κατασκευασμένο με πέτρα , άσπα και ασβέστη. Τα νεότερα σιλό ήταν κατασκευασμένα με μπετόν. Το υλικό φόρτωσης, η θηραϊκή γη ήταν ήδη έτοιμο. Αφού είχε γίνει το κατάλληλο κοσκίνισμα από τον χώρο αποθήκευσης μεταφερόταν στην αρχή με βαγονάκια αργότερα με φορτηγά στη επικλινή περιοχή της καλντέρας με μοναδικό σκοπό να τροφοδοτεί το σιλό φόρτωσης για το πλοίο. Το μόνο που χρειαζόταν για την ομαλή τροφοδοσία του σιλό, ήταν εργάτες να προσέχουν αλλά και να σπρώχνουν το υλικό σε περίπτωση που «στόμωνε, μπούκωνε» το σιλό (έτσι έλεγαν την περίπτωση που η άσπα δεν είχε την ροη που έπρεπε). Δουλειά πολύ δύσκολη και επικίνδυνη.
Τα περισσότερα απ αυτά τα έχω ακούσει σε συζητήσεις από τους ίδιους τους εργάτες, που όταν «σχολούσαν» από την δουλειά αργά το απόγευμα έκαναν μια στάση να πιουν ένα καφέ ή ένα ουζάκι στο καφενείο του συγχωρεμένου του πάτερα μου. Όμως όλα τα παραπάνω αφορούν το παρελθόν και την ιστορία του τόπου μας. Το σημαντικό ερώτημα που θα θελα να θέσω μετά απ όλα αυτά που προσπάθησα να περιγράψω όσο καλλίτερα μπορώ είναι, μας αρέσει ο τόπος που ζούμε, θέλουμε να μάθουμε πως φτάσαμε μέχρι εδώ; Αν η απάντηση είναι ΝΑΙ, υπάρχει μια ακόμα ερώτηση , τι κάνουμε για να γνωρίσουν τα παιδιά μας έστω, το παρελθόν του νησιού μας; (σίγουρα οι ξένοι επισκέπτες μας θα ήθελαν πολύ να τα ξέρουν όλα αυτά). Αν πάλι η απάντηση είναι ΟΧΙ λυπάμαι πολύ για το χρόνο που χάσατε να διαβάσετε αυτό το κείμενο.

Με εκτίμηση
Μάρκος Ζώρζος




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου